Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

Μεγάλη αγάπη

Η αγάπη του για τον Παναθηναϊκό ήταν ο κύριος λόγος της επιστροφής στο ελληνικό πρωτάθλημα για τον Γιώργο Καραγκούνη. Ο διεθνής Έλληνας μέσος τόνισε πως δεν γύρισε πίσω για να πάρει το εφετινό πρωτάθλημα, αλλά για να φορέσει και πάλι τη φανέλα της ομάδας που υποστηρίζει από μικρό παιδί. Ο άσος του «τριφυλλιού» μίλησε για την εφετινή σεζόν στους «πράσινους», την εθνική ομάδα και τον Ότο Ρεχάγκελ.

Ο Γιώργος Καραγκούνης μίλησε στο περιοδικό «Homme» της «Ημερησίας». Αναλυτικά η συνέντευξη του διεθνή Έλληνα μέσου των «πράσινων»:

Τελικά ο Γερμανός είναι περισσότερο ψυχολόγος ή προπονητής;

«Πιο πολύ το πρώτο αν κρίνω από την Εθνική. Σε επίπεδο τακτικής, έχουμε μια ταυτότητα στο παιχνίδι μας αλλά δεν κάνουμε φοβερά πράγματα».

Σε μια εποχή όπου τα πάντα έχουν εμπορευματοποιηθεί, έχει νόημα η φράση «παίζω για τη φανέλα»;

«Σίγουρα τώρα πια είμαστε όλοι επαγγελματίες. Υπάρχει, βέβαια, η περίπτωση ν’ αγαπάς μια ομάδα περισσότερο ώστε ν’ απορρίψεις μια καλύτερη προσφορά κόντρα στο προσωπικό σου συμφέρον. Αυτές, όμως, είναι οι εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, εγώ είχα καλύτερο συμβόλαιο με την Μπενφίκα, αλλά προτίμησα τον Παναθηναϊκό, τον αγαπάω από μικρό παιδί. Δεν κατακρίνω όμως αυτόν που θα προτιμήσει τα περισσότερα χρήματα. Είμαστε οικογενειάρχες, στο ποδόσφαιρο υπάρχει ημερομηνία λήξης, άρα πρέπει ο καθένας να κάνει το κουμάντο του. Εγώ έκανα το αντίθετο με την επαγγελματική λογική».

Άρα οι φίλαθλοι έχουν άδικο που αποδοκιμάζουν συχνά παίκτες- σημαίες των ομάδων τους που προτίμησαν καλύτερους όρους εργασίας;

«Νομίζω έχουν άδικο. Η ζωή έχει αλλάξει δραματικά, υπάρχει ανασφάλεια παντού και η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας είναι το ζητούμενο. Το ίδιο θα έκαναν άλλωστε και οι φίλαθλοι στη δουλειά τους. Βέβαια αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας».

Έτσι όμως φτάσαμε στο σημείο το γήπεδο της Άρσεναλ αν μην είναι το «Χάιμπουρι», αλλά το «Εμιρέιτς»…

«Εκεί που έχει ανέβει ο πήχης στο ποδόσφαιρο, για να επιβιώσεις, πρέπει να κάνεις διάφορα κολπάκια. Η κατάσταση έχει ξεφύγει και ίσως πρέπει να ξαναδούμε το παιχνίδι από την αρχή».

Κολπάκια στις μεταγραφές γίνονται;

«Υπάρχει η ανάγκη των ομάδων για ανανέωση. Σημαντικό ρόλο παίζει, όμως, και το συμφέρον με τη γενικότερη έννοια. Η Ρεάλ Μαδρίτης, για παράδειγμα, κάνει πολλές μεταγραφές για το μάρκετινγκ. Πήρε τον Μπέκαμ ενώ είχε σημαντικούς παίκτες στη θέση αυτήν».

Πούλησε όμως φανέλες…

«Ακριβώς. Έκανε και περιοδείες στην Ασία, γέμισε το ταμείο».

Το καλό της ομάδας επιτάσσει συνεχείς αλλαγές στο ρόστερ ή ένα βασικό κορμό που έχει μάθει αν λειτουργεί ως ομάδα;

«Το δεύτερο. Τους καλύτερους παίκτες να παίρνεις κάθε χρόνο, ομάδα δεν πρόκειται να κάνει. Αυτό λέει η λογική. Αντιθέτως, αν έχεις μια ομάδα που είναι πραγματικά ομάδα, ξέρει δηλαδή ο ένας παίκτης το παιχνίδι του άλλου, υπάρχει καλό κλίμα στις προπονήσεις και τα’ αποδυτήρια, τότε θα πετύχεις πιο εύκολα τους στόχους σου».

Μόλις περιγράψατε την Εθνική Ελλάδος των τελευταίων χρόνων…

«Είναι το απόλυτο παράδειγμα».

Που σημαίνει ότι η επιτυχία οφείλεται βασικά στον Ρεχάγκελ…

«Σ’ αυτό το κομμάτι. Ότι κατάφερε, δηλαδή, να κάνει μια ομάδα να λειτουργεί σωστά και παρά τα σκαμπανεβάσματα έδειχνε εμπιστοσύνη στους παίκτες. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπήρχαν και σημαντικές μονάδες με διεθνή εμπειρία και μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία. Δεν είναι μόνο ο Ρεχάγκελ».

Τελικά ο Γερμανός είναι περισσότερο ψυχολόγος ή προπονητής;

«Πιο πολύ το πρώτο αν κρίνω από την Εθνική. Σε επίπεδο τακτικής, έχουμε μια ταυτότητα στο παιχνίδι μας αλλά δεν κάνουμε φοβερά πράγματα».

Τι έμεινε από τη θητεία σας σε Ιταλία και Πορτογαλία;

«Φοβερές εμπειρίες και όχι μόνο σχετικά με το ποδόσφαιρο. Άλλη νοοτροπία, άλλη κουλτούρα και βέβαια δύο μεγάλες ομάδες. Ίντερ και Μπενφίκα».

Γιατί γυρίσατε;

«Το έκανα για τον Παναθηναϊκό, όχι για το ελληνικό πρωτάθλημα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης το γεγονός ότι ήμουν μακριά από την οικογένεια μου και βρισκόμουν συνεχώς σ’ ένα αεροπλάνο. Ίσως και το κλίμα στην Μπενφίκα, που δεν ήταν και το καλύτερο».

Μήπως είναι δύσκολο για τον Έλληνα παίκτη να καθιερωθεί σε μεγάλες ομάδες του εξωτερικού, οπότε η Ελλαδίτσα προκύπτει ως η εύκολη λύση;

«Δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Έλληνας παίκτης στο εξωτερικό έχει δύσκολη αποστολή. Πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Διότι το ποδόσφαιρό μας τώρα αρχίζει και κάνει βήματα προόδου. Τόσα χρόνια ήταν στην αφάνεια, ήμασταν της σφαλιάρας. Οπότε, ο βαθμός δυσκολίας είναι πολλαπλάσιος από κάποιον άλλον, παλεύεις κυριολεκτικά με τα θηρία. Μπορεί να είσαι καλύτερος και να μην παίζεις γιατί είσαι Έλληνας. Θα έλεγα ότι δουλεύουμε για την επόμενη γενιά, βάζουμε τις βάσεις και ο κόσμος δεν πρέπει να το ξεχνάει αυτό. Ο Σέρβος, ο Κροάτης, ο Δανός θα πάρουν διπλάσιες ευκαιρίες».
Από:sportaction.gr

Tips and Hacks